σελιδώνω

σελίδωσα
1. σελιδοποιώ.
2. αριθμώ σελίδες.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σελιδώνω — Ν σελιδοποιώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < σελίδα. Η λ., στον λόγιο τ. σελιδῶ, μαρτυρείται από το 1856 στο Ελληνογαλλικόν Λεξικόν τού Σκαρλ. Βυζαντίου] …   Dictionary of Greek

  • σελιδώνω — [сэлидоно] ρ. нумеровать страницы …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σελίδωση — η, Ν [σελιδώνω] σελιδοποίηση …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.